Η ποσότητα της καφεΐνης στο τσάι

Η ποσότητα της καφεΐνης στο τσάι

Η καφεΐνη είναι ένα φυσικό αλκαλοειδές που περιέχεται στον καφέ, το τσάι, τη σοκολάτα και ορισμένα τύπου κόλα. Επιστημονικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η καφεΐνη ενισχύει τις πνευματικές και σωματικές επιδόσεις, για παράδειγμα βελτιώνοντας την προσοχή και τη μνήμη μετά από σκληρή άσκηση.

Το τσάι περιέχει περίπου τη μισή ποσότητα καφεΐνης από τον καφέ, κυμαινόμενη από 10 έως 50 mg ανά φλιτζάνι, ανάλογα με την ποικιλία, το μέγεθος των φύλλων και το χρόνο προετοιμασία. Σε συγκριτικές έρευνες για τη δράση της καφεΐνης στον καφέ και στο τσάι εντοπίστηκε ότι η καφεΐνη που προσλαμβάνεται από το τσάι έχει ευεργετικές δράσεις στον οργανισμό, χωρίς όμως να προκαλεί διαταραχές στον ύπνο. Έρευνες συνιστούν ότι η κατανάλωση μέχρι 200mg καφεΐνης την ημέρα – ποσότητα που ισοδυναμεί με 4 ή 5 φλιτζάνια τσάι- είναι ωφέλιμη, γιατί βοηθά στην εγρήγορση και τη συγκέντρωση. Η μέση ημερήσια κατανάλωση καφεΐνης στην Αγγλία είναι 4mg ανά κιλό σωματικού βάρους, δηλαδή περίπου 240 mg την ημέρα για ένα άτομο βάρους 60 κιλών.

Επιστημονικές μελέτες έχουν επίσης καταγράψει την επίδραση της καφεΐνης στη φυσιολογία, καθώς λειτουργεί σαν ένα ήπιο διεγερτικό, προκαλώντας μια ελάχιστη αύξηση στην πίεση και στο σφυγμό 30 με 60 λεπτά την κατανάλωσή της. Από μια έρευνα προέκυψαν ενδείξεις ότι η πρόσληψη καφεΐνης πριν την άθληση βοηθά στη βελτίωση της απόδοσης γιατί καθυστερεί την κόπωση. Η κατανάλωση καφεΐνης έχει συνδεθεί επίσης με την αύξηση του μεταβολικού ρυθμού και τη διάσπαση των λιπών.

Η κατανάλωση καφεΐνης χρειάζεται προσοχή, γιατί εκτός από τις διαταραχές στον ύπνο και την υπερβολική εγρήγορση που προκαλεί όταν η κατανάλωση της υπερβαίνει τα 300mg ημερησίως, υπάρχουν ενδείξεις ότι έχει και διουρητική δράση που προκαλεί αφυδάτωση όταν η πρόσληψή της φτάνει ή ξεπερνά τα 360 mg. Μια πρόσφατη μελέτη επισημαίνει ότι το επίπεδο καφεΐνης στο τσάι δεν έχει ανάλογη δράση, καθώς για να παρατηρηθεί διούρηση απαιτούνται 250-300mg καφεΐνης (η οποία θα ισοδυναμούσε με 5-6 φλιτζάνια).

Η καφεΐνη δεν συσσωρεύεται στον οργανισμό  αλλά αποβάλλεται μέσα σε λίγες ώρες μετά την πρόσληψή της. Κάθε οργανισμός διαφέρει ως προς την ανεκτικότητά του στην καφεΐνη, καθώς επηρεάζεται από τον τρόπο ζωής, αλλά και κληρονομικούς παράγοντες που αφορούν τα ένζυμα τα οποία τη μεταβολίζουν. Τα παιδιά, επίσης, αποδομούν την καφεΐνη πιο γρήγορα από τους ενήλικες.

Ετικέτες

Συνδεθείτε για να αφήσετε το σχόλιό σας εδώ.